Το φόρεμά της έπλεε στο σκοτεινό νερό σα νούφαρο. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν θα άντεχε για πολύ. Ο Αμπντουλραχμάν Ζεϊτούν όμως άκουσε τους λυγμούς της. Μπήκε στο σπίτι της κολυμπώντας, την ανέβασε στο κανό του και την έσωσε. Παρά τον ηρωισμό του, λίγο αργότερα τον έριξαν σε ένα κελί αλυσοδεμένο χειροπόδαρα.
O Αμπντουλαραχμάν Ζεϊτούν δεν φοβόταν τις καταιγίδες. Είχε δαμάσει άλλωστε πολλές φουρτούνες στο παρελθόν ως ναυτικός στο τάνκερ «Ανδρομέδα». Ο τυφώνας Κατρίνα τον βρήκε στις 29 Αυγούστου 2005 στο σπίτι του, στη Νέα Ορλεάνη. Με ένα κανό κωπηλάτησε στους δρόμους της πόλης σώζοντας συμπολίτες του προτού το νερό αποκτήσει την οσμή του θανάτου. Ομως αντί για επιβράβευση, εισέπραξε μίσος. Εννιά μέρες μετά τον τυφώνα συνελήφθη από μέλη της αμερικανικής εθνοφρουράς. Πέρασε τρεις εβδομάδες στη φυλακή ώσπου αφέθη ελεύθερος (με εγγύηση 75.000 δολαρίων), χωρίς κατηγορίες εναντίον του. Το παράπτωμά του: η ξενική προφορά και το αραβικό του όνομα. Η ιστορία του έγινε γνωστή παγκοσμίως. Τα αμερικανικά ΜΜΕ τον δόξασαν. Και πρόσφατα κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ η βιογραφία του από τον συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς («Ζeitoun», εκδ. ΜcSweeney΄s). Τον συναντώ στο σπίτι του. Ηλιοκαμένο πρόσωπο, γενειάδα θαλασσοδαρμένου ναυτικού και στιβαρά χέρια εργάτη. Με καλημερίζει στα ελληνικά. Η γιαγιά του, η Ζήνα, είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη αλλά μετανάστευσε στη Συρία. Ο Ζεϊτούν έζησε για τρία χρόνια στο Μοσχάτο πριν ανοιχτεί στις θάλασσες και καταλήξει το 1988 στη Νέα Ορλεάνη. «Αν ιππεύεις τα κύματα, δεν πρέπει να φοβάσαι τον πνιγμό, αυτό έμαθα από τη γιαγιά μου. Ετσι έμεινα πίσω και βοήθησα όσο μπορούσα στον τυφώνα. Σαν μια μικρή πέτρα που στηρίζει ένα βουνό», μου λέει.
Η προσφορά
Εχουν περάσει πέντε χρόνια από τον τυφώνα Κατρίνα, αλλά δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ για τα σημάδια του. Βρίσκονται παντού. Στο επόμενο στενό, στο διπλανό σοκάκι, στην πόρτα του γείτονα όπου το «Χ» των επιθεωρητών δεν λέει να σβήσει. Εξω από το σπίτι του Ζεϊτούν μια θαμπή γραμμή στο ύψος του ώμου μου δείχνει μέχρι πού είχε φτάσει τότε η στάθμη του νερού. Στα νότια της πόλης τα περισσότερα σπίτια γέρνουν σαν τον Πύργο της Πίζας. Κάποια κοστίζουν λιγότερο από ένα καινούργιο αμάξι. «Δεκάξι χιλιάδες δολάρια για δύο κρεβατοκάμαρες και δύο μπάνια», γράφει μια ταμπέλα. Και σε ένα συγκρότημα κατοικιών, ανάμεσα σε σπασμένα γυαλιά και αναποδογυρισμένους κάδους, στέκει ένα ορφανό γοβάκι. Οσα σπίτια δεν τα αποτελείωσε η πλημμύρα τα ρήμαξε το πλιάτσικο. Μέχρι σήμερα η κατασκευαστική εταιρεία που διευθύνει ο Ζεϊτούν έχει ανακαινίσει ένα μουσείο, μερικά σχολεία και περίπου 250 σπίτια που καταστράφηκαν από την πλημμύρα. Το 2005 όμως μετά το πέρασμα του τυφώνα, ο Ζεϊτούν διέσωζε ανθρώπους πάνω στο κανό του. «Οι περισσότεροι είχαν φύγει και πίσω έμειναν οι ηλικιωμένοι και τα ζώα. Εσωσα όσους μπορούσα. Για άλλους κάλεσα βοήθεια», λέει. Η γυναίκα του, Κάθι, βρισκόταν με τα πέντε παιδιά τους στο Τέξας και από εκεί του έστελνε στο τηλέφωνο αιτήματα γειτόνων για να βρει συγγενείς και κατοικίδια.
«Θύμιζε Γκουαντάναμο»
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2005, ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με έναν από τους αδελφούς του στη Συρία, έξι αστυνομικοί και μέλη της εθνοφρουράς όρμησαν στο σπίτι σημαδεύοντάς τον καταπρόσωπο με τις κάννες των Μ16. Βρισκόταν σε μία ιδιοκτησία του και βοηθούσε τον ενοικιαστή να μετακομίσει τα πράγματά του. «Ζήτησαν την ταυτότητά μου και αφού είδαν το όνομά μου, μού είπαν να τους ακολουθήσω», λέει. Οι άντρες τον οδήγησαν στον σταθμό λεωφορείων που είχε μετατραπεί σε προσωρινό κρατητήριο με θεόρατους φράχτες και οπλισμένους φρουρούς. Οι περισσότεροι μόλις είχαν επιστρέψει από τη θητεία τους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Περίπου 1.200 άτομα, οι περισσότεροι Αφροαμερικανοί, φυλακίστηκαν εκεί μετά τον τυφώνα. «Θύμιζε Γκουαντάναμο», λέει ο Ζεϊτούν. «Μου πέρασαν αλυσίδες στα χέρια και τα πόδια.
Οταν ρώτησα τον λόγο, απάντησαν ότι είμαι Ταλιμπάν, ότι είμαι μέλος της Αλ Κάιντα. Με φώναζαν Μπιν Λάντεν…». Δεν του επέτρεψαν να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο.
«Ελπίζω κάποια μέρα να σταματήσει ο ρατσισμός»
Για δύο εβδομάδες η Κάθι αγνοούσε την τύχη του. Νόμιζε ότι ήταν νεκρός, ώσπου ένας πάστορας που είδε τον σύζυγό της τής μετέφερε τα νέα. «Ελπίζω κάποια μέρα να σταματήσει ο ρατσισμός. Να δει ο κόσμος πέρα από τη μαντίλα μου» λέει η Κάθι, Αμερικανίδα που ασπάστηκε το Ισλάμ στα 19 της. «Οι μουσουλμάνοι, όπως και κάθε άλλη θρησκεία, πιστεύουν στην ειρήνη. Οι Αραβες είναι γνωστοί για την αξιοπρέπεια και τη φιλοξενία τους. Οπως και οι Ελληνες. Στην οικογένειά μου έχουμε χριστιανούς και εβραίους. Οποιος σκοτώνει ή τρομοκρατεί δεν ανήκει σε καμιά θρησκεία», λέει ο Ζεϊτούν. Παρά την εμπειρία του, δεν μετανιώνει που έμεινε πίσω, ούτε μισεί την Αμερική. «Δεν φταίνε όλοι οι Αμερικανοί επειδή μερικά άτομα μού συμπεριφέρθηκαν άσχημα», λέει.
Ταπεινός και μετριόφρων, δεν διαφημίζει τις τιμητικές πλακέτες της πολιτείας σε κάποιον τοίχο, τις έχει θάψει σε ένα κομοδίνο κάτω από σκονισμένες εφημερίδες. «Στην εποχή μας οι πιο πολλοί προσπερνούν όποιον έχει την ανάγκη τους. Εγώ όμως έχω μάθει να βοηθάω.
Δεν μπορούσα να αφήσω αυτούς τους ανθρώπους να πνιγούν. Επρεπε να τους σώσω. Είναι στο αίμα μου…», λέει.
πηγη: Τα ΝΕΑ


















