Η α(να)ξιοπιστία της Καινής Διαθήκης

Πως και γιατί δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τα βιβλία της Καινής Διαθήκης

Μέρος 1


«Καθώς οι  Χριστιανοί άρχισαν να μελετούν τα έγγραφα  της Καινής Διαθήκη με κριτικό πνεύμα, λαμβάνοντας υπόψη τα ιστορικά στοιχεία, οι λόγιοι έπρεπε να προσαρμόσουν ορισμένες παλαιότερες πεποιθήσεις για την Καινή Διαθήκη υπό το φως μιας ξεκάθαρης εικόνας που προκύπτει  από την κριτική μελέτη των εγγράφων. Για παράδειγμα, η προτεραιότητα του ευαγγελίου του Ματθαίου  αντικαταστάθηκε με το ευαγγέλιο του Μάρκου, η Βυζαντινή μορφή του κειμένου φάνηκε ότι είναι μια μεταγενέστερη μορφή κειμένου, το τέταρτο ευαγγέλιο αποτελούσε πιο πολύ  ένα ηθικοθρησκευτικό βιβλίο και βάσιμες αμφιβολίες άρχισαν να επικρατούν σχετικά με την συγγραφή των βιβλίων της  Καινής  Διαθήκης. Εάν δούμε το ζήτημα «ποιος έγραψε αυτά τα βιβλία της Καινής Διαθήκης» , η σημερινή άποψη είναι ότι η συγγραφή αυτών των εγγράφων συζητείται δημόσια μεταξύ των μελετητών  της Καινής Διαθήκης. Αν και είναι αλήθεια ότι είμαστε σχεδόν σίγουροι για την συγγραφή μερικών γραπτών της  Καινής Διαθήκης – όπως είναι μερικές Παυλικές Επιστολές, Αποκάλυψη (από έναν «Ιωάννη», για τον οποίον τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό), και, ίσως του Λουκά –οι Πράξεις (πιθανώς από έναν σύντροφο του Παύλου) – επίσης μεγάλες αμφιβολίες εξακολουθούν να υπάρχουν για την αξιοπιστία άλλων Χριστιανικών παραδοσιακών γραπτών

Παρακάτω θα παραθέσουμε την γνώμη των λογίων και μελετητών της Καινής Διαθήκης στο ερώτημα «ποιος έγραψε τα βιβλία αυτά»

Αρχίζοντας από τα ευαγγέλια, αυτά θωρούνται αυστηρώς ανώνυμα έγγραφα καθώς οι συγγραφείς τους δεν δίνουν το όνομα τους. Η συντριπτική πλειοψηφία των λογίων βρίσκουν  τα ευαγγέλια προβληματικά για διάφορους λόγους. Η παραδοσιακή συγγραφή του Ματθαίου υποστηρίζεται μόνο λίγες φορές, και σχεδόν πάντα από τους πιο συντηρητικούς δίνοντας στον Ματθαίο την πλήρη απόδοση η μια εν μέρει συνεισφορά. Πολλοί συντηρητικοί όμως δεν θεωρούν τον Ματθαίο υπεύθυνο για την τελική μορφή αυτού του ευαγγελίου. Πολλοί λόγιοι  δίνουν την αιτία συγγραφής των «Πράξεων» και του τρίτου ευαγγελίου πιθανότητα στον Λουκά, έναν σύντροφο του Παύλου για ένα σύντομο χρονικό διάστημα,  και όχι σε έναν αυτόπτη μάρτυρα της ιστορικής αποστολής  του Ιησού (ειρήνη σε αυτόν). Λόγιοι και μελετητές ,πολλοί από αυτούς μετριοπαθείς αλλά κατά την πλειοψηφία συντηρητικοί, υπερασπίζονται τον παραδοσιακό ισχυρισμό για το Ευαγγέλιο του Μάρκου, και οι περισσότεροι, οι πιο συντηρητικοί λόγιοι, αποδίδουν το τέταρτο Ευαγγέλιο άλλοτε πλήρως η κάποτε μερικώς σε έναν απόστολο του Ιησού ( ειρήνη σε αυτόν), πολλοί επίσης το αποδίδουν σε έναν μετέπειτα συντάκτη για την τελική μορφή του.

Η συντριπτική πλειοψηφία θεώρει τις Επιστολές (Α Τιμόθεο, Β Τιμόθεο και Τίτο), να έχουν γραφτεί από άγνωστα πρόσωπα είτε (πιο πιθανόν) στα τέλη του πρώτου ή στην αρχή του δευτέρου  αιώνα. Σύμφωνα με τον Raymond Brown, «80 έως 90 τοις εκατό των λογίων που ασκούν κριτική  κρίνουν τους Τίτος, 1 και 2 Τιμόθεος να είναι ψευδώνυμα. (Raymond E. Brown, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, 1997, Doubleday, σελ. 639, 654, 673). Η επιστημονική συναίνεση θεωρεί το Β Πέτρου να είναι ψευδώνυμο: με ελάχιστες εξαιρέσεις. Πολλοί συντηρητικοί μελετητές δεν είναι επίσης πρόθυμοι να υπερασπιστούν ότι ο Πέτρος έγραψε το Β Πέτρου. Ο G.A. Wells αναφέρει:

«Ο R.T France δηλώνει, στην έρευνα του των Ευαγγελικών- Αγγλικανών το 1994, ότι σήμερα λίγοι μεταξύ των Ευαγγελικών- Χριστιανών θα προσπαθούσαν να υποστηρίξουν την [Β Πέτρου] θέση ότι ο Πέτρος την έγραψε». (G. A. Wells, Can We Trust the New Testament?: Thoughts on the Reliability of Early Christian Testimony, 2004, Open Court Publishing Company, σελ. 66).

Οι περισσότεροι θεωρούν το Α Πέτρου να είναι ψευδώνυμο, παρά του ότι υπάρχουν μερικοί λόγιοι που υποστηρίζουν ότι ο Πέτρος την έγραψε: Οι επιστολές του Ιωάννη θεωρούνται   από όλους σχεδόν  να είναι ανώνυμα έγγραφα..

Σημαντικές διαφωνίες υπάρχουν μεταξύ των Χριστιανών μελετητών και λογίων για την σύνταξη του «Β Θεσσαλονικείς». Ο Raymond Brown αναφέρει:

Οι λόγιοι είναι σχεδόν 50-50 χωρισμένοι στο εάν ο Παύλος το έγραψε,  αν και η άποψη ότι δεν το έγραψε  φαίνεται να κερδίζει έδαφος, ακόμη και μεταξύ των μετριοπαθών. (Brown, Καινή Διαθήκη Εισαγωγή, σ. 591)

Όσον αφορά το βιβλίο «Κολοσσαείς,» ο Brown αναφέρει ότι «περίπου το 60 τοις εκατό των λογίων που ασκούν κριτική»  το θεωρούν ότι είναι ψευδώνυμο (Καινή Διαθήκη Εισαγωγή, σ. 600), και  όσον αφορά  το «Προς Εφεσίους» περίπου το 80 τοις εκατό των λογίων το θεωρούν  ότι είναι ψευδώνυμο (στο ίδιο σ. 621). Το «Προς  Εβραίους» είναι ανώνυμο (αν και διάφοροι μελετητές έχουν προτείνει εικασίες σχετικά με την ταυτότητα του συγγραφέα). Πολλοί θεωρούν την επιστολή «Ιακώβου» να είναι  ψευδώνυμη, όπως ο Brown αναφέρει «οι περισσότεροι πιστεύουν ότι γράφτηκε από κάποιον (μαθητή;) που θαύμαζε την εικόνα του Ιακώβου, σαν μια χριστιανική αρχή πιο πιστή στον Ιουδαϊσμό.» (το ίδιο σ. 726).  Η επιστολή του «Ιούδα» επίσης, συχνά θεωρείται ως ψευδώνυμη.

Πολλοί συντηρητικοί λόγιοι αμφιβάλουν για τους παραδοσιακούς ισχυρισμούς συγγραφής των κειμένων της Καινής Διαθήκης θεωρώντας τα ανώνυμα και μερικά ακόμη να  είναι ψευδώνυμα. Υπάρχει έντονη διαφωνία μεταξύ των συντηρητικών λογίων και δεν είναι πολλοί που  προωθούν το αλάθητο της Βίβλου. Υπάρχουν πολλοί λίγοι που θεωρούν την Αγία Γραφή αλάθητη. Εκτός αυτού, υπάρχουν πολλοί πιο μετριοπαθείς Χριστιανοί μελετητές, οι οποίοι πιστεύουν την Βίβλο σαν απλή «Γραφή» και αμφιβάλουν  σχετικά με την συγγραφή των κειμένων της Καινής Διαθήκης.


Συντηρητικοί Χριστιανοί για την συγγραφή μερικών εγγράφων της Καινής Διαθήκης

Εδώ θα ρίξουμε μια ματιά στις αμφιβολίες που έχουν οι συντηρητικοί λόγιοι όσον αφορά την (πατρότητα) συγγραφή των κειμένων της Καινής Διαθήκης καθώς επίσης θα δούμε και την μερική αποδοχή τους για την πατρότητα ορισμένων γραπτών . Αυτό γίνεται ως απόδειξη ότι υπάρχουν πιστοί συντηρητικοί χριστιανοί οι οποίοι έχουν φθάσει σε τέτοια συμπεράσματα και δεν είναι μόνο φανατικοί «σκεπτικιστές», όπως μερικοί Χριστιανοί απολογητές θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε.

Πολύ συχνά, μεταξύ των συντηρητικών λογίων προκύπτουν αμφιβολίες για την συγγραφή του Ματθαίου, Ιωάννη, και συχνά του Μάρκου, των Επιστολών, Β Πέτρος, μερικές φορές του Ιακώβου και Ιούδα, καθώς επίσης για τις Επιστολές του Ιωάννη και την προς Εβραίους που συνήθως θεωρούνται ανώνυμοι. Αυτό μπορούμε να το δούμε στην ακόλουθη σύντομη έρευνα των συντηρητικών όσον αφορά  την συγγραφή αυτών των γραπτών:

Ο Bruce Metzger κατέστησε σαφές στην εισαγωγή του, The New Testament, it’s background, growth, and content, 1985, 2η έκδοση, Abingdon Press Nashville, σ. 97 ότι ο απόστολος Ματθαίος «δύσκολα μπορεί να είναι ο τελικός συγγραφέας» του ευαγγελίου που του έχει αποδοθεί. Όσον αφορά το τέταρτο Ευαγγέλιο, ακόμη και αν το συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας ήταν ο Ιωάννης ο γιος του Ζεβεδαίου αυτό «ήταν μια φήμη αρχική»,ο Metzger δήλωσε: ότι «είναι σαφές ότι άλλοι συμμετείχαν επίσης στη συγγραφή για τον έλεγχο των στοιχείων του.» Ο Metzger κατέληξε: «Δεν υπάρχει ούτε είναι δυνατόν μια απλή λύση στο πρόβλημα της συγγραφής αλλά είναι πιθανό ότι το τέταρτο Ευαγγέλιο να διατηρεί παλαιστινιακά απομνημονεύματα της περιοδείας του Ιησού.» (σελ. 98).  Ο Metzger έγραψε (σελ. 96-97)

«Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τα θέματα αυτά [την ταυτότητα των ευαγγελιστών και την περίοδο της συγγραφής του κάθε Ευαγγελίου]. Το κείμενο του κάθε Ευαγγελίου είναι ανώνυμο και ο τίτλος του αντιπροσωπεύει αυτό που η αργότερα παράδοση είχε να πει σχετικά με την ταυτότητα του συγγραφέα. Φυσικά, οι πιθανότητες είναι ότι οι παραδόσεις αυτές περιέχουν τουλάχιστον βάσιμες υποδείξεις ως προς την ταυτότητα του Ευαγγελιστή. Μερικές φορές, όμως, οι εσωτερικές εκτιμήσεις είναι ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση την πλήρη ακρίβεια της μετέπειτα παράδοσης».

Ο Metzger είχε να πει αυτό για την συγγραφή των ποιμαντορικών επιστολών ( σελ. 238-239):

«Υπάρχουν στοιχεία και χαρακτηριστικά γνωρίσματα σχετικά με αυτές τις επιστολές που καθιστούν δύσκολη την απόδοση τους στον απόστολο Παύλο, και οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν ότι είτε είχαν γραφτεί από έναν amanuensis στον οποίο ο Παύλος έδωσε μεγάλη ελευθερία στη συγγραφή τους, ή, πιο πιθανόν, οτι καταρτίστηκαν κοντά στο τέλος του πρώτου αιώνα από αφοσιωμένο οπαδό του Παύλου, ο οποίος χρησιμοποίησε μικρότερες επιστολές του Αποστόλου που διαφορετικά θα είχαν χαθεί.»

Ο Metzger ήταν πιο γρήγορος στο να απορρίψει ότι ο Πέτρος έγραψε το Β Πέτρου ( σελ 258-259):

«Παρά το γεγονός ότι ο συντάκτης της παρούσας επιστολής αυτοαποκαλείται «Σίμων Πέτρος, δούλος και απόστολος του Ιησού Χριστού» (1:1), και κάνει αναφορά για την παρουσία του στη Μεταμόρφωση του Χριστού (1:18), αρκετά χαρακτηριστικά του ύφους του και του περιεχόμενου έχουν οδηγήσει σχεδόν όλους τους σύγχρονους μελετητές να το θεωρούν ως έργο ενός άγνωστου συγγραφέα στις αρχές του δεύτερου αιώνα, ο οποίος έγραψε στο όνομα του Πέτρου.

Σε αντίθεση με το ύφος του Α Πέτρου, το οποίο είναι γραμμένο σε άπταιστα ελληνικά, το ύφος του Β Πέτρου είναι σχεδόν ψευδό-λογοτεχνικό. Η διατύπωση είναι ασυνήθιστη, τεχνητή, και συχνά ασαφής: είναι το βιβλίο της Καινής Διαθήκης το οποίο κερδίζει στη μετάφραση. Αν και ορισμένοι έχουν προτείνει ότι η μεγάλη διαφορά στο ύφος μεταξύ των δύο επιστολών θα μπορούσε να εξηγηθεί εάν υποθέσουμε ότι είναι εργασίες δυο διαφορετικών amanuenses, πολλά χωρία του Β Πέτρου  δείχνουν προς μια περίοδο πολύ μετά από την ζωή του Πέτρου. Έτσι, το τμήμα που ασχολείται με την καθυστέρηση του δεύτερου ερχομού του Χριστού (3:3-4) προϋποθέτει ότι η πρώτη γενιά των Χριστιανών-στην οποία ανήκε ο Πέτρος -είχε πεθάνει. Επιπλέον, οι επιστολές του Παύλου, φαίνεται, ότι όχι μόνο δεν έχουν συγκεντρωθεί αλλά αναφέρονται ως «Γραφή» (3:16), ένας όρος που δεν εφαρμόστηκε αρκετό καιρό μετά το θάνατο του απόστολου. Το δεύτερο κεφάλαιο του Β Πέτρου ενσωματώνει  περισσότερο την μικρή επιστολή του Ιούδα, η οποία χρονολογείται πιθανώς προς το τέλος του πρώτου αιώνα. Επιπλέον, το Β Πέτρου  δεν είναι σίγουρο  να αναφέρεται από τους νωρίτερα συγγραφείς της εκκλησίας μέχρι τον τρίτο αιώνα, όταν ο Ωριγένης μιλά για την  αμφισβητουμένη γνησιότητά του. Υπό το φως αυτών των εσωτερικών και εξωτερικών αποδείξεων πρέπει να συμπεράνουμε ότι το Πέτρου Β συντάχθηκε λίγο μετά το 100 μ.Χ. από θαυμαστή του Πέτρου ο οποίος έγραψε κάτω από το όνομα του μεγάλου απόστολου, προκειμένου να δώσει στην επιστολή του μεγαλύτερο κύρος.

Αυτό το γράμμα απευθύνεται σε όλους τους Χριστιανούς σε όλα τα μέρη (1: 1). Μια ανάλυση του περιεχομένου δείχνει ότι ο συγγραφέας είχε δυο σκοπούς: α) Να ακυρώσει τα διδάγματα των ψευδό προφητών και αιρετικών, και β) να δυναμώσει την πίστη των Χριστιανών στον δεύτερο ερχομό του Χριστού και να τους κάνει να ζήσουν αναλόγως.»

Με αναφορά την συγγραφή του «Προς Εβραίους» ο Metzger έγραψε (σελ.248)

«Εκτός από τον Παύλο, πολλές άλλες υποθέσεις έχουν γίνει για τον συγγραφέα της επιστολής  [Βαρνάβας, Apollos, Λουκάς, Aquila, Priscilla]. Δεν υπάρχει πειστική απόδειξη για καμία από αυτές, και το μόνο σίγουρο συμπέρασμα για την συγγραφή της επιστολής είναι ότι δεν έχει γραφτεί από τον Παύλο

Σε γενικές γραμμές ο συντηρητικός πρόλογος στα παλαιοχριστιανικά συγγράμματα, εγκριμένος από τους λόγιους ( και αφιερωμένος στον συντηρητικό λόγιο Craig A. Evans) Lee Martin McDonald και Stanley E. Porter (Early Christianity And Its Sacred Literature, 2000, Hendrickson Publishers) υπερασπίζεται την παραδοσιακή σύνταξη του ευαγγελίου του Μάρκου, συμπεραίνοντας ότι ο Μάρκος βασίζεται σε προφορικές παραδόσεις καθώς και αναμνήσεις που προέρχονται από τον Πέτρο. Γράφουν (σελ. 287):

«… είμαστε αντιμέτωποι με το δύσκολο πρόβλημα της προσπάθειας να αποκρυπτογραφήσουμε  ποια είναι η μαρτυρία του Πέτρου και ποια είναι  τα στρώματα της παράδοσης πάνω από αυτή …»

Ο Λουκάς ως συγγραφέας του τρίτου ευαγγελίου και των «Πράξεων» γίνονται αποδεκτές με αμφιβολίες (σελ 295)

«Είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε την συγγραφή του Λουκά  αλλά με επιφυλάξεις«

Ο Ματθαίος ως συγγραφέας, από την άλλη πλευρά έχει απορριφτεί .Καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα όσον αφορά την συγγραφή του Ματθαίου ( σελ. 299):

«Ίσως το μόνο που μπορεί να ειπωθεί για τον συντάκτη αυτού του Ευαγγελίου είναι ότι ήταν ένας Εβραιο- Χριστιανός, φαινομενικά πιο εξοικειωμένος από τους άλλους ευαγγελιστές με τη γεωγραφία της Παλαιστίνης, και, ενδεχομένως, σε αυτή τη βάση, δάσκαλος στην εκκλησία».

Όσο για το τέταρτο Ευαγγέλιο μας πληροφορούν: (σελ.306)

«Η λύση του προβλήματος της συγγραφής, δεν εμφανίζεται σαν πιθανότητα για τους βιβλικούς λόγιους σήμερα

Οι McDonald και Porter μετά από συζήτηση για την  συγγραφή των επιστολών του Ιωάννη φτάνουν στο ακόλουθο συμπέρασμα (σελ. 550):

«Αυτές μπορεί να είναι δελεαστικές προτάσεις, αλλά καμία από αυτές δεν μπορούν να αποδεδειχθούν, δεδομένου ότι η απόδοση ,στις  επιστολές του Ιωάννη είναι μόνο για τους  «πρεσβύτερους», αφήνοντας τον προσδιορισμό αβέβαιο και το έργο επισήμως ανώνυμο. Όπως προαναφέρθηκε, η παραδοσιακή άποψη ότι ο συντάκτης του 2 και 3 Ιωάννη είναι ο Ιωάννης ο μαθητής ή ο απόστολος, ο συντάκτης του 1 Ιωάννη και του Ευαγγελίου, δεν είναι άμεσα υποστηριζόμενος  από το κείμενο. Είναι βέβαιο ότι υπάρχει κάποια σύνδεση των 2 και 3 Ιωάννη στο 1  Ιωάννη στο λεξιλόγιο και σε ορισμένα θέματα. Αυτοί οι παραλληλισμοί μπορεί να δείχνουν ότι τα βιβλία έχουν εκδοθεί σε ένα παρόμοιο πλαίσιο, αλλά δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν την πατρότητα των κειμένων

Μετά από μια λεπτομερή συζήτηση για την σύνταξη του «Προς Εβραίους», έβγαλαν συμπέρασμα ότι (σελ. 521):

«Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καμία από αυτές τις προτάσεις  ή οποιεσδήποτε άλλες δεν έχουν δώσει ολοκληρωτικές αποδείξεις όσον αφορά την συγγραφή των Εβραίων. Το βιβλίο είναι ανώνυμο, και η σύνταξη του εγγράφου κατά πάσα πιθανότητα θα μείνει άγνωστη εκτός εάν γίνουν περαιτέρω ανακαλύψεις. Όπως ο Ωριγένης καταλήγει τελικά για την σύνταξη των  Εβραίων, «Ο Θεός ξέρει μόνο την αλήθεια«.»

Για τον Martin Hengel είναι «πιθανόν» ότι ο συντάκτης του ευαγγελίου του Μάρκου, ήταν  ένας σύντροφος και διερμηνέας του Πέτρου. (The Four Gospels And The One Gospel Of Jesus Christ: An Investigation of the Collection and Origin of the Canonical Gospels, 2000, SCM Press, σελ. 79, επίσης, σ. 80), αλλά και για την πηγή του Ευαγγελίου του Ματθαίου, γράφει (σελ. 77):

«Ένας άλλος λόγος για τον οποίο το πρώτο Ευαγγέλιο καθιερώθηκε τόσο γρήγορα ήταν η υποτιθέμενη άμεση αποστολική καταγωγή του. Ήταν το πρώτο που κάνει αυτόν τον ισχυρισμό. Ο  άγνωστος  εβραϊο-χριστιανος  συγγραφέας, ο οποίος την ίδια στιγμή ήταν μέλος της καθιερωμένης εκκλησίας, πιθανόν να είχε σπρωχτεί προς αυτό λόγω της γνώσης που είχε μιας παλιάς Αραμαϊκης συλλογής από τα λεγόμενα του Ιησού, η οποία ήταν γνωστή υπό το όνομα του Ματθαίου. Αυτό τον έβαλε επι κεφαλης των  τεσσάρων Ευαγγελιστών  και όπως έγινε αργότερα η υπόθεση με τον Ιωάννη, του έδωσε ένα μεγαλύτερο κύρος από τους πρόδρομους του Μάρκου και του Λουκά, οι οποίοι θεωρούνται μόνο ως μαθητές των αποστόλων.»

Ο Hengel πιστεύει ότι «κατά πάσα πιθανότητα» ο άγνωστος εβραϊο-χριστιανος δάσκαλος κυκλοφόρησε το έργο του ως το «Ευαγγέλιο του Ματθαίου» από τα σύνορα της Συρίας / Παλαιστίνη (σελ 77).

Σύμφωνα με τον συντηρητικό λόγιο Michael Green:

«Δεν ξέρουμε ποιος έγραψε το Ευαγγέλιο [του Ματθαίου]. Όπως όλα τα άλλα είναι ανώνυμο…»

«… [Δεύτερου- αιώνα συγγραφείς] μας λένε ποιος τα έγραψε, και μπορεί να είναι ή να μην είναι σωστοί. Στην περίπτωση του Ματθαίου, δεν είναι καθόλου εύκολο να γνωρίζουμε αν είναι σωστοί, διότι υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση στα αποδεικτικά στοιχεία. Τα εξωτερικά στοιχεία δείχνουν ομοιόμορφα προς μία κατεύθυνση, τα εσωτερικά σε  άλλη.» (The Message of Matthew: The Kingdom of Heaven, 2001, Inter-Varsity Press, σελ. 19)

Ο Green τείνει (σελ. 24) προς τις ακόλουθες υποθέσεις(σελ. 22-23):

«… ο απόστολος Ματθαίος μπορεί να είχε  γράψει τη συλλογή λεγομένων που ονομάζετε Q … Ο Ματθαίος, ο τελώνης, είχε τα προσόντα και την εγγύτητα προς τον Ιησού. Ίσως έκανε  για τη χριστιανική εκκλησία μια θαυμάσια υπηρεσία συλλογής και εγγραφής των λεγομένων  του Κυρίου του, και  που τώρα έρχονται σε μας  από κομμάτια της διδασκαλίας του Ματθαίου και του Λουκά. Θα έκανε καλή εντύπωση στον Παπια ότι« ο Ματθαίος σύλλεξε  τα λόγια στην εβραϊκή γλώσσα, και ο καθένας τα μετάφρασε όπως  τα κατάφερνε». Σχετικά με την ερμηνεία αυτή, τα λόγια δεν θα μπορούσαν να είναι το Ευαγγέλιο, όπως το έχουμε, αλλά τα λόγια του Ιησού, γραμμένα στα Αραμαϊκά. Οι άνθρωποι έκαναν τις δικές τους μεταφράσεις από αυτά μέχρι που ενσωματώθηκαν  σε ένα από τα Ελληνικά  Ευαγγέλια αργότερα. Αλλά, από την άποψη αυτή, ο Ματθαίος δεν θα είχε γράψει το  Ευαγγέλιο ο ίδιος

Γράφοντας ένα άλλο βιβλίο που έχει σαν στόχο ειδικά τους απολογητές, ο Green γράφει:

«Δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι αυτός ο Ματθαίος που έγραψε το Ευαγγέλιο. Οι πρώτοι χριστιανοί νόμιζαν ότι ήταν ο Ματθαίος ο τελώνης που έγινε ένας από τους μαθητές του Χριστού, αλλά αυτό είναι απίθανο, γιατί χρησιμοποιεί το Ευαγγέλιο του Μάρκου ως κύρια πηγή του. Θα ήταν πολύ παράξενο για ένα αυτόπτη μάρτυρα να αντλήσει από κάποιον μαρτυρίες όταν εκείνος δεν ήταν παρών. Πιθανόν το όνομα του Ματθαίου να είναι συνδεδεμένο με αυτό του Ευαγγελίου διότι ενσωματώνει πολλά ειδικά υλικά που συγκέντρωσε. Αυτό ήταν, πολύ πιθανό, από τα  πολλά λεγόμενα του Ιησού που λείπουν από τον Μάρκο, τα οποία εμφανίζονται στον Λουκά. Ο Ματθαίος, είχε πάρα πολλές ευκαιρίες  να καταγράψει τα λόγια του Ιησού».(Who was Jesus?, 1992, Thomas Nelson, σελ. 125)

Όσο για το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο Green αναφέρει ότι είχε σημειωθεί από τον απόστολο Ιωάννη, η είχε γραφτεί από έναν στενό μαθητή του υπό τις οδηγίες του Ιωάννη¨. (σελ. 126).

Ο συντηρητικός λόγιος Leon Morris, στην ερμηνεία του για τον Ματθαίο, παρά την κλίση του προς την συγγραφή του Ματθαίου αφήνει το θέμα της πατρότητας του ευαγγελίου του Ματθαίου ανοικτό:

«Στην έσχατη λύση φαίνεται ότι η σύνταξη αυτού του Ευαγγελίου θα παραμείνει σε κλίμα διαφωνιών. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν πολλά περισσότερα να πούμε για τον απόστολο Ματθαίο από αυτά που συνήθως επιτρέπουν οι σύγχρονοι λόγιοι,  και περισσότερο για τον Ματθαίο παρά για οποιοδήποτε άλλο υποψήφιο. Όμως, τα αποδεικτικά στοιχεία είναι λίγα για να έχουμε  πλήρης απόδειξη, και στο τέλος αποκλίνουσες απόψεις, θα συνεχίζουν να υπάρχουν.» (Leon Morris, Το Ευαγγέλιο Κατά Ματθαίον, 1992, Wm. B. Eerdmans Publishing Company, σ. 15)

Στην ερμηνεία του για το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, o συντηρητικός λόγιος Colin G. Kruse υποστηρίζει για τoν απόστολο Ιωάννη  ότι είναι ο συγγραφέας της «αρχικής μορφής του» του τέταρτου Ευαγγελίου» (σ. 30). Γράφει:

«Το να αναγνωρίσουμε τον απόστολο Ιωάννη ως συγγραφέα του τέταρτου Ευαγγελίου δεν σημαίνει ότι το Ευαγγέλιο στην μορφή που έχουμε σήμερα προήρθε εξολοκλήρου από το χέρι του. Ο επίλογος περιέχει τις μαρτυρίες άλλων ως προς την ειλικρίνεια αυτών που ο αγαπημένος μαθητής έγραψε (21:24), μια μαρτυρία που παρουσιάζεται ότι έχει προστεθεί μετά τον θάνατο του αποστόλου Ιωάννη». (The Gospel According to John: An Introduction and Commentary, 2003, Wm. B. Eerdmans Publishing Company, σελ. 28)

Παραθέτοντας το ευαγγέλιο του Ιωάννη 21:20-23, ο Kruse συνεχίζει λέγοντας (σελ 30):

«Τα λόγια του Ιησού στον Πέτρο σχετικά με τον  αγαπημένο του μαθητή οδήγησε σε φήμες στις αρχές της εκκλησίας ότι αυτός ο  μαθητής δεν θα πέθαινε  πριν ο  Κύριος ερχόταν ξανά. Η ανάγκη να καταστραφεί μια τέτοια φήμη θα είχε γίνει επιτακτική αν ο αγαπημένος μαθητής είχε πεθάνει , και η πίστη των ανθρώπων ήταν υπό αναταραχή από την ολοφάνερη αποτυχία της εκπλήρωσης των λεγόμενων του Ιησού » .Εξ ου και ο επίλογος επιμένει, «ο Ιησούς δεν του είπε ότι δεν θα πεθάνει, αλλά, «Αν  είναι η επιθυμία μου να  παραμείνει  μέχρι να έρθω, τι είναι αυτό για σένα;» Αυτό δείχνει ότι η επίλογος γράφτηκε από άλλους μετά το θάνατο του αγαπημένου μαθητή.»

Επιπλέον διαβάζουμε (σελ. 28-29):

«Είναι επίσης πιθανόν ότι έκαναν  άλλες συντακτικές προσθήκες στο Ευαγγέλιο, συμπεριλαμβανομένης της μαρτυρίας για την ειλικρίνεια του αγαπημένου μαθητή που  βρίσκεται στο 19:35. Ίσως οι ανώνυμες αυτό-αναφορές που γίνονται από τον συγγραφέα που βρίσκονται στην αρχική μορφή του Ευαγγελίου, εκφράσεις όπως «ο άλλος μαθητής» ή «άλλος μαθητής» … εξηγούνται, ή συμπληρώνονται από  αναφορές στον αγαπημένο μαθητή αργότερα από μεταγενέστερους συντάκτες του Ευαγγελίου. Αν συνέβαινε αυτό, οι αναφορές στον αγαπημένο μαθητή δεν χρειάζεται να αντικατοπτρίζουν εγωκεντρισμό από την πλευρά του αρχικού συγγραφέα, αλλά μάλλον δείχνουν την στάση  προς αυτόν από μεταγενέστερη γενιά των Χριστιανών και την ειδική σχέση του με τον Ιησού.»

Οπότε , αυτός/οι που είναι υπεύθυνοι για την τελική μορφή του τέταρτου ευαγγελίου είναι άγνωστοι.

Στην ερμηνεία του για το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο  συντηρητικός λόγιος Craig L. Blomberg, ενώ είναι θετικός ως προς την παραδοσιακή συγγραφή του Ματθαίου, είναι σε θέση να φτάσει σε «αβέβαιο» συμπέρασμα σχετικά με το ζήτημα για το αν ο Ματθαίος έγραψε το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Γράφει:

«Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που εξετάστηκαν μέχρι σήμερα ( «Δομή», «Θεολογία», κλπ) επιτρέπει την συγγραφή από τον απόστολο Ματθαίο, αλλά καμία από αυτές τις αποδείξεις δεν το απαιτεί.» (Craig L. Blomberg, Matthew (New American Commentary), 1992, Broadman Press, σ. 43)

Μετά από μια σύντομη συζήτηση για την συγγραφή του ευαγγελίου του Ματθαίου, ο Blomberg γράφει ( σελ. 44):

«Όταν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία συγκεντρώνονται , φαίνεται ότι δεν υπάρχουν πειστικές αποδείξεις για τον απόστολο Ματθαίο ως συγγραφέα, αλλά δεν υπάρχει ένας ιδιαίτερα έγκυρος λόγος για να αρνηθούμε αυτή την παράδοση της παλαιάς εκκλησίας.»

«Υπό το φως της απουσίας μιας αντίθετης η αντίπαλης  αρχαίας  συντακτικής παράδοσης ,ο Ματθαίος είναι αιτιολογημένος  από  τον Blomberg να είναι η «πιο πιθανή» επιλογή για συντάκτη, είτε από μια « αρχική περίληψη» ή από πολλές πηγές»

Ο Blomberg καταλήγει:

«Αλλά και πάλι παρουσιάζουμε αυτά τα συμπεράσματα διστακτικά. Λίγα  εξαρτώνται από αυτά. Ούτε έμπνευση ούτε αποστολική αρχή εξαρτάται από τον αποστολικό τους συντάκτη …και η εκκλησία ήταν σε θέση να διατηρήσει  ακριβείς πληροφορίες  εκτός των αποστολικών  κύκλων ..»

Σύμφωνα με τον εξέχοντα συντηρητικό λόγιο Τομ Ράιτ, αγαπημένος των Χριστιανών απολογητών

«Τι γνωρίζουμε για το πώς τα Ευαγγέλια γράφτηκαν; Απογοητευτικά λίγα. Δεν έχουμε ημερολόγια του Ματθαίου για το πώς πήγε για τη συλλογή και την οργάνωση του υλικού. Δεν γνωρίζουμε που γράφτηκε ο Μάρκος. Δεν γνωρίζουμε αν ήταν πραγματικά ο Λουκάς, όπως πιστεύεται, ο σύντροφος του Παύλου. Δεν γνωρίζουμε εάν ο «αγαπημένος μαθητής», στον οποίο το τέταρτο Ευαγγέλιο αποδίδεται (Ιωάννης 21:24), ήταν πραγματικά ο «Ιωάννης» (ακόμα και στην περίπτωση αυτή, τότε ποιος «Ιωάννης»;) ή κάποιος άλλος. Κανένα από  τα βιβλία δεν ονομάζουν τα ονόματα των  συντακτών τους: όλες οι παραδόσεις  για το ποιος  έγραψε, ποιες είναι ακριβώς αυτές οι παραδόσεις, είναι από την μετέπειτα ζωή της εκκλησίας (που αρχίζει το πρώτο μισό του δεύτερου αιώνα, περίπου πενήντα χρόνια μετά που γράφτηκαν τα Ευαγγέλια )». (Tom Wright, The Original Jesus: The Life and Vision of a Revolutionary, 1997,

Wm. B. Eerdmans Publishing Company, σελ. 126-127)

Ο John Drane, έξοχος συντηρητικός λόγιος και πρώην μαθητής του FF Bruce (και IH Marshall), είχε να πει για την συγγραφή του ευαγγελίου του Ματθαίου:

«Αν και ορισμένοι από τους γνωστότερους λογίους συνεχίζουν να πιστεύουν ότι ο απόστολος Ματθαίος ήταν ο συγγραφέας, αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως και με όλα τα άλλα ευαγγέλια, γνωρίζοντας την ακριβή ταυτότητα του συντάκτη είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Το ίδιο το βιβλίο είναι ανώνυμο, και δεν κάνει καμία δήλωση σχετικά με το συντάκτη του. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα ήταν ένας άνθρωπος(άνδρας), αλλά αν ήταν συνδεδεμένος με τον απόστολο  Ματθαίο, και σε ποιο στάδιο ή με ποιο τρόπο είναι αδύνατο να πούμε  με βεβαιότητα.» (John Drane, Παρουσιάζοντας την Καινή Διαθήκη, 2001, Fortress Press Πρώτη έκδοση, σ. 207)

Όσον αφορά το Ευαγγέλιο του Ιωάννη , ο Drane γράφει (σελ. 217):

«Φαίνεται τουλάχιστον πιθανό ότι το Ευαγγέλιο γράφτηκε για πρώτη φορά στην Παλαιστίνη, για να αποδείξει ότι «ο Ιησούς είναι ο Χριστός» (20:31), ίσως  εναντίον των απόψεων των Εβραίων αιρετικών  που ήταν επηρεασμένοι από ιδέες σαν αυτές της κοινότητας Κουμράν, και στη συνέχεια, όταν η ίδια αυτή διδασκαλία θεωρήθηκε ότι σχετιζόταν με άτομα σε άλλα μέρη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αναθεωρήθηκε, με εβραϊκά ήθη και εκφράσεις να εξηγούνται , και ο πρόλογος και επίλογος να έχουν προστεθεί. Η συμβουλή προς τους ηγέτες εκκλησιών στο κεφάλαιο 21 υποδηλώνει ότι η τελική μορφή του ευαγγελίου θα έπρεπε να στρέφεται σε μια χριστιανική κοινότητα που αποτελείται και από τους δύο, Εβραίους και Εθνικούς κάπου στον ελληνιστικό κόσμο, ίσως στην Έφεσο.»

Ο Drane κατέληξε(σελ 218-219):

«Δεν υπάρχει καμία συναίνεση και καμία αποδεκτή γνώμη για την ταυτότητα του συγγραφέα. Η συναίνεση των λογίων σε αυτό το σημείο περιγράφετε σαν αγνωστικιστική. Μερικοί λόγιοι επιθυμούν να επιτρέψουν μια σύνδεση μεταξύ του αποστόλου Ιωάννη και του τέταρτου ευαγγελίου. Λίγοι όμως είναι αυτοί που επιθυμούν να γίνουν πιο συγκεκριμένοι

Ο  Drane έχει να πει για την προέλευση του Ιούδα, Πέτρου Β και τις επιστολές του Ιωάννη (σελ. 457):

«… πιθανόν τα κείμενα Ιούδας, 2 Πέτρος να προέρχονται από μια ομάδα μαθητών του Πέτρου, με τον ίδιο τρόπο όπως οι επιστολές του Ιωάννη εμφανίζονται ότι προέρχονται από ένα «σχολείο» μαθητών του Ιωάννη».

Βεβαίως δεν ξέρουμε τίποτα για αυτούς τους «μαθητές» του Πέτρου και του Ιωάννη.

Ο  Drane καταλήγει στα εξής συμπεράσματα όσον αφορά την πατρότητα του κειμένου του Ιούδα και του Β Πέτρου (σελ 457):

«Ίσως αυτό που έχουμε και στις δύο αυτές σύντομες επιστολές [Ιούδα και Πέτρου Β] είναι μια νέα εφαρμογή της διδασκαλίας του Πέτρου, στις ανησυχίες και τα συμφέροντα μιας ελληνιστικής εβραϊκής χριστιανικής κοινότητα κάπου στη Μικρά Ασία προς το τέλος του πρώτου αιώνα».

Όσον αφορά την πατρότητα της Επιστολή του Ιακώβου, ο  Drane θεωρεί (σελ. 415) τα αποδεικτικά στοιχεία για τη σύνδεση της με  τον Ιάκωβο τον αδελφό του Ιησού ότι «δεν είναι ιδιαίτερα πειστικά …» Ωστόσο, υποστηρίζει ότι υπάρχουν «σοβαροί λόγοι» για τη τοποθέτηση τους του σε μια αρχική «περίοδο της ζωής της εκκλησίας».

Ο συντηρητικός λόγιος, ο Ben Witherington III, δίνει στον απόστολο Ματθαίο μια περιορισμένη συμβολή στο ευαγγέλιο που είναι γραμμένο στο όνομα του. Λέει (σελ. 78):

«Είναι, ωστόσο, πολύ πιθανό ότι Ματθαίος να συνέβαλε στο μοναδικό υλικό που βρίσκεται σε αυτό το Ευαγγέλιο και όχι σε κανένα άλλο, και το βιβλίο ονομάστηκε έτσι από τον διασημότερο συντελεστή του ,  κάτι που δεν ήταν ασυνήθιστο στην αρχαιότητα». (Ben Witherington III, The New Testament Story, 2004, Wm. B. Eerdmans Publishing Co., Grand Rapids, Michigan)

Κατά την άποψη του Witherington, υπάρχουν «ενδείξεις» στον  Ιωάννη 19 και 21, ότι η πηγή «του υλικού αυτού του  Ευαγγελίου  είναι ο Αγαπημένος Μαθητής, ένας αυτόπτης μάρτυρας μιας ορισμένης τουλάχιστον  περίληψης της αποστολής του Ιησού, ίσως και γενικότερα της Ιουδαϊκής αποστολής του. (σελ. 82). Ο Witherington γράφει (σελ 82.):

«Ο  Ιωάννης  21:24 λέει ότι ο Αγαπημένος Μαθητής είναι αυτός που ομολογεί τουλάχιστον μερικά από τα Ευαγγελικά γεγονότα και μάλιστα τα κατέγραψε σε κάποια μορφή.  Η κοινότητά του εγγυάται για την κατάθεσή του ( «ξέρουμε  οτι η μαρτυρία του είναι αλήθεια»). Ο Ιωάννης  19:35 δηλώνει ότι ήταν παρών κατά το θάνατο του Ιησού, και ακριβώς το ίδιο κεφάλαιο του ισχυρίζεται μόνο ένας τέτοιος  άνθρωπος ήταν παρών – ο Αγαπημένος Μαθητής στον οποίο Ο Ιησούς  άφησε τη μητέρα του και πέθανε.»

Αμέσως μετά  ο Witherington δηλώνει ότι είναι «απίθανο», ο Ιωάννης ο γιος του Ζεβεδαίου να ήταν ο συγγραφέας του τέταρτου ευαγγελίου.  Ο Witherington καταλήγει (σελ. 83):

«Συνολικά, φαίνεται ότι θα πρέπει να σκεφτούμε τον αγαπημένο μαθητή ως πηγή ενός μεγάλου μέρος αυτού του υλικού [ανάσταση του Λαζάρου, γιατρειά του τυφλού, το επεισόδιο με τον ανάπηρο, ο Αγαπημένος μαθητής που ξαπλώνει κοντά η  και δίπλα στον Ιησού, ο Πέτρος που πλένονται τα πόδια του], και ότι ήταν ένας Ιουδαίος  οπαδός του Ιησού, και όχι ένας από τους γιους του Ζεβεδαίου, έστω και αν ονομαζόταν Ιωάννης.»

Αυτό σημαίνει ότι δεν ξέρουμε ποιος (η πόσοι) ήταν υπεύθυνοι για την τελική μορφή του τέταρτου ευαγγελίου και το να ξεχωρίσουμε το υλικό του Αγαπημένου Μαθητή από τους μετέπειτα συντάκτες θα ήταν δύσκολο, εάν όχι αδύνατο.

Ακόμη και αν πιστεύει ο Witherington (σελ. 68) ότι μια «λογική υπόθεση» μπορεί να γίνει για τον Apollos να  είναι ο συγγραφέας των  Εβραίων , λέει« δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, και σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας θέλησε να παραμείνει ανώνυμος ».

Όσο για τις Επιστολές (A Τιμόθεος, Β Τιμόθεος, Τίτος),ο Witherington πιστεύει ότι συλλέχτηκαν μετά τον θάνατο του Παύλου ίσως από τον Λουκά η κάποιον άλλο σύντροφο του Παύλου, που χρησιμοποίησε σαν βάση « αυθεντικές σημειώσεις και / η προφορικά σχόλια του Παύλου όταν ήταν στην Mamertine φυλακή στη Ρώμη στα μέσα του 60. (σελ 69-70) Ο Witherington συνεχίζει:

«Το πρόσωπο που έγραψε αυτές τις επιστολές το έκανε με το δικό του τρόπο γραψίματος και με το δικό του στυλ … Δεν προσπαθεί πραγματικά να μιμηθεί το στυλ του Παύλου , αν και κατά καιρούς (π.χ., στον  2 Τιμόθεο) μας φαίνεται ότι ακούμε τη φωνή του Παύλου κατευθειαν18.»(ο Witherington παρατηρεί σε υποσημείωση ότι LT Johnson έχει κάνει μια  «εύλογη» υπόθεση για την υπαγόρευση του 2 Τιμόθεο από τον Παύλο.»

Ο Witherington συμπεραίνει (σελ 70)

«Επιπλέον, ο πιο συντηρητικός χαρακτήρας  από τις ηθικές συμβουλές σε αυτά τα γράμματα μπορεί να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι ο συντάκτης γνωρίζει ότι η αποστολική εποχή είναι περίπου στο τέλος της , και οι ηγέτες της εκκλησίας που ήταν να ακολουθήσουν απόστολους  σαν τον Παύλο δεν θα είχαν  τις ίδιες εξουσίες με εκείνους που γνώριζαν τον Ιησού κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, η που είχαν δει τον αναστημένο  Κύριο. Τα γράμματα, μπορούμε να πούμε, ήταν για να βοηθήσουν τους  συνεργάτες του Παύλου [sic]  να κάνουν μετάβαση σε μια κατάσταση πέραν του χρόνου του Παύλου.. Είναι σίγουρα πιο κοντά σε μήκος και σε χαρακτήρα με άλλες αρχαίες προσωπικές επιστολές από τον υπόλοιπο «σκελετό» του Παύλου. Φαίνεται ότι γράφτηκαν από τη Ρώμη στα μέσα της δεκαετίας του ’60.»

Με άλλα λόγια δεν γνωρίζουμε ποιος σύνταξε αυτές τις επιστολές.

Ο Witherington επίσης αρνείται ότι ο Πέτρος έγραψε την Β Πέτρου (σελ. 67):

«Είναι πολύ πιθανό ότι η Β Πέτρου είναι ένα από τα τελευταία, αν όχι το τελευταίο έγγραφο της Καινής Διαθήκης, γραμμένο σε μια εποχή που είχαν υπάρξει ήδη εδώ και αρκετό καιρό μια συλλογή από επιστολές του Παύλου που χρησιμοποιήθηκαν  από διάφορες εκκλησίες. Θα έκρινα ότι προέρχεται από το τέλος του πρώτου αιώνα μ.Χ.»

[Σημείωση: Πολλοί συντηρητικοί λόγιοι υποστήριξαν ότι το Β Πέτρου είναι ένα ψευδώνυμο έγγραφο. Δύο ακόμη παραδείγματα: :  J. N. D. Kelly, A Commentary on The Epistles of Peter and of Jude (Black’s New Testament Commentaries), 1977, Adam and Charles Black London; ο λόγιος Richard Bauckham τοποθετεί το Β Πέτρου στο τέλος του πρώτου αιώνα: Richard J. Bauckham, 2 Peter and Jude, (Word Biblical Commentary τόμος. 50), 1983, Nelson Reference.]

O συντηρητικός λόγιος, Richard Bauckham, πιστεύει ότι είναι απίθανο ο απόστολος Ματθαίος να ήταν υπεύθυνος για την τελική μορφή του Ευαγγελίου που έχει αποδοθεί σε αυτόν:

«Δεδομένου ότι είναι απίθανο ο απόστολος Ματθαίος να έγραψε το Ευαγγέλιο, όπως το έχουμε … η απόδοση μπορεί να είναι είτε ψευδεπίγραφη στην θέση ότι ο Ματθαίος το έγραψε, ή θα μπορούσε να αντικατοπτρίζει το ρόλο που ο Απόστολος Ματθαίος πράγματι έπαιξε στη γένεση του Ευαγγελίου, ενώ δεν είναι ο τελικός συντάκτη του.» (Richard Bauckham, Jesus and the Eyewitnesses: The Gospels as Eyewitness Testimony, 2006, Wm. B. Eerdmans Publishing Co., σελ. 302)

Κάπου αλλού γράφει (σελ. 112)

… «ο συγγραφέας του Ευαγγελίου του Ματθαίου ,σκόπευε  να συνδέσει το Ευαγγέλιο με τον απόστολο Ματθαίο, αλλά δεν ήταν ο ίδιος ο Απόστολος Ματθαίος.»

[ Ο Bauckham αρνείται επίσης την συγγραφή του Πέτρου για την επιστολή Β Πέτρου. Βλ. σχόλιο παραπάνω]»

Συνεχίζεται….με περισσότερες γνώμες Χριστιανών Λογίων.

Από το άρθρο του Bassam Zawadi, “Who Authored the New Testament”. Μετάφραση, Ξένια Γιασμίν. Επαλήθευση, επιμέλεια, και μερικές προσθήκες Άχμαντ Ελντίν

Η α(να)ξιοπιστία της Καινής Διαθήκης. Μέρος 2

Η α(να)ξιοπιστία της Καινής Διαθήκης. Μέρος 3

Η αναξιοπιστία της Καινής Διαθήκης Μέρος 4 {ΟΟΔΕ και greekmurtad παραδέχονται τα λάθη της Βίβλου… μετά απο μεγάλη συζήτηση παραδόθηκαν στην αλήθεια}

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.