الحمد لله رب العالمين، وصلى الله وسلم على نبينا محمد وعلى آله وأصحابه أجمعين، أما بعد
Στη σύγχρονη πολιτική ρητορική, ιδίως στον λόγο της ακροδεξιάς και των πολέμιων του Ισλάμ, συναντάται συχνά μια επαναλαμβανόμενη κατηγορία. ‘Οτι το Ισλάμ αποτελεί απειλή για το κοσμικό σύνταγμα, ότι επιδιώκει την ανατροπή του πολιτεύματος ή ότι οι Μουσουλμάνοι δεν σέβονται τους νόμους του κράτους. Παρότι τέτοιοι ισχυρισμοί έχουν απαντηθεί επαρκώς σε νομικό, κοινωνιολογικό και θεολογικό επίπεδο, συνεχίζουν να αναπαράγονται με εμμονή στον δημόσιο λόγο. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν εντοπίζεται μόνο στο περιεχόμενο αυτών των επικρίσεων, αλλά κυρίως στο ιστορικό τους μοτίβο. Η ίδια ρητορική χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν εναντίον των Προφητών και των Αποστόλων του Θεού.
Σύμφωνα με τα ίδια τα χριστιανικά Ευαγγέλια, ο ευλογημένος Ιησούς (ο Προφήτης ʿΊσα عليه السلام κατά το Ισλάμ) δεν οδηγήθηκε σε σταύρωση απλώς λόγω μιας θεολογικής διαφωνίας. Αντιθέτως, οι αρχιερείς και κυρίως οι πολιτικοί της εποχής τον κατηγόρησαν σκόπιμα με πολιτικό πρόσημο, παρουσιάζοντάς τον ως απειλή για την τάξη και το έθνος, προκειμένου να προκαλέσουν την επέμβαση των ρωμαϊκών αρχών. Στο Κατά Ιωάννην 11:48–50, αναφέρεται χαρακτηριστικά:
«Αν τον αφήσουμε να συνεχίσει έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ’ αυτόν και τότε θα επέμβουν οι Ρωμαίοι και θα καταστρέψουν και τον ναό μας και το έθνος μας». Τότε ένας απ’ αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας εκείνης της χρονιάς, τους είπε: «Μιλάτε χωρίς να καταλαβαίνετε. Δεν συνειδητοποιείτε ότι σας συμφέρει να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη του λαού, ώστε να μη χαθεί ολόκληρο το έθνος».
Ο Ιησούς παρουσιάστηκε από τους εχθρούς του ως «απειλή για το έθνος» και την κοινωνική ισορροπία, όχι επειδή προέτρεπε σε πολιτική βία ή σε κάποια μορφή ανατροπής, αλλά επειδή αμφισβήτησε την πλάνη τους και υπενθύμισε στον λαό την απόλυτη κυριαρχία του Θεού και ότι ο Θεός είναι ο Μόνος που πρέπει να λατρεύεται.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στον βίο πολλών Προφητών. Ο Προφήτης Ιμπραήμ (Αβραάμ), όταν αποδόμησε την ειδωλολατρία και κάλεσε τον λαό σε καθαρό Μονοθεϊσμό, κατηγορήθηκε ως προδότης και διαταράκτης της κοινωνικής συνοχής. Ο Προφήτης Μούσα (Μωυσής), όταν απηύθυνε το μήνυμα του Μονοθεϊσμού στον Φαραώ, χαρακτηρίστηκε ως απειλή με τον Φαραώ να χρησιμοποιεί την τακτική της τρομολαγνείας περί δήθεν εθνικών συμφερόντων «Θέλει να σας διώξει από τη γη σας με τη μαγεία του.» (Κοράνι 26:35). Ο Νουχ (Νώε), που κήρυττε την πίστη και την επιστροφή στον Δημιουργό, απορρίφθηκε ως τρελός και πλανεμένος.
Η κοινή γραμμή όλων αυτών των περιπτώσεων είναι σαφής. Κάθε Προφήτης, όταν υπενθύμιζε στον λαό τις υποχρεώσεις του προς τον Θεό και την ανάγκη υπακοής σε Αυτόν, ερχόταν σε σύγκρουση με την αλαζονεία των ανθρώπων. Αυτοί, με σκοπό να φιμώσουν τη φωνή της αλήθειας, επιστράτευαν την αβάσιμη τρομολαγνεία περί «απειλής του έθνους και της κοινωνίας».
Αντίστοιχα, οι σημερινοί Μουσουλμάνοι στην Ευρώπη, όταν παραμένουν πιστοί στις θρησκευτικές τους αρχές, αντιμετωπίζουν παρόμοια ρητορικά σχήματα. Παρουσιάζονται ως ενδεχόμενοι υπονομευτές του Συντάγματος, ως «δογματικοί», «ασύμβατοι με τη Δημοκρατία» ή ως εν δυνάμει απειλή για τη δημόσια τάξη. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ζουν ειρηνικά, τηρούν τους νόμους των κρατών όπου διαμένουν και ζητούν απλώς να τους επιτρέπεται να ασκούν την πίστη τους και να εκφράζονται με βάση αυτήν.
Αυτό ακριβώς, όμως, είναι που ενοχλεί το κοσμικό κατεστημένο. Το γεγονός ότι η πίστη παραμένει ενεργή και παρούσα στον δημόσιο χώρο. Έτσι, οι Μουσουλμάνοι τοποθετούνται διαρκώς στο στόχαστρο θεωριών συνωμοσίας, περί «αντικατάστασης πληθυσμών», «δούρειου ίππου» και άλλων παρόμοιων αφηγημάτων.
Η ιστορία μάς διδάσκει ότι οι Προφήτες και γενικότερα οι φορείς του αποκεκαλυμμένου λόγου δεν στοχοποιήθηκαν επειδή ήταν αντικοινωνικοί, αλλά επειδή υπενθύμιζαν στον άνθρωπο την έννοια της υποταγής στον Έναν και Μοναδικό Θεό, τον Μόνο άξιο λατρείας. Όπως οι εχθροί του Ιησού, του Μούσα, του Ιμπραήμ, του Νουχ, του Ιωάννη του Βαπτιστή έντυσαν την απόρριψη της αλήθειας με κατηγορίες περί «ανατροπής» και «απειλής», έτσι και σήμερα όσοι μένουν σταθεροί στο Ισλαμικό πιστεύω κατηγορούνται όχι για το ήθος τους, αλλά για την υποταγή τους στον Ύψιστο.
Ο πραγματικός φόβος των επικριτών δεν είναι η αποτυχία ενσωμάτωσης ή η διατάραξη της κοινωνικής συνοχής, γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αυτό που φοβούνται είναι η έννοια της αφοσίωσης στον Θεό, μια έννοια στην οποία το κοσμικό σύστημα αντιτίθεται σε καθαρά ιδεολογικό επίπεδο. Και αυτή η αφοσίωση, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στα υπόλοιπα θρησκευτικά συστήματα που έχουν εν πολλοίς υποταχθεί ή αφομοιωθεί από το κοσμικό περιβάλλον, εξακολουθεί να εκδηλώνεται με συνέπεια, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, στους Μουσουλμάνους
Η επανάληψη της επιθετικής ρητορικής κατά των Προφητών στις μέρες μας δεν αποτελεί σύμπτωση. Όπως άλλοτε στοχοποιήθηκαν εκείνοι που κήρυτταν την αλήθεια του Θεού (Ταουχίντ) ως «ανατρεπτικοί» και «κίνδυνοι για την κοινωνία», έτσι και σήμερα οι πιστοί Μουσουλμάνοι, όταν επιμένουν να ζουν με βάση την αποκάλυψη και όχι τη μόδα της εποχής, παρουσιάζονται ως ασύμβατοι ή απειλητικοί.
Στην πραγματικότητα, το Ισλάμ δεν απειλεί ούτε την ειρήνη ούτε τη νομιμότητα. Απειλεί μονάχα την αλαζονεία που θέλει να θεοποιήσει τον άνθρωπο και να σβήσει την έννοια της υποταγής στον Θεό, τηρώντας την εντολή Του και μένοντας μακριά από την απαγόρευση Του. Η πίστη στον Έναν Θεό, όταν είναι ειλικρινής και ενεργή, υπενθυμίζει στην κοινωνία όρια που δεν θέλει να παραδεχθεί και αυτό είναι που προκαλεί αντίδραση.
Ασφαλώς, η αναγνώριση της ειρηνικής στάσης της συντριπτικής πλειοψηφίας των Μουσουλμάνων δεν σημαίνει ότι αγνοούμε την ύπαρξη ορισμένων πολιτικών ρευμάτων ή ομάδων που δρουν στο όνομα του Ισλάμ, αλλά αποκλίνουν από το πνεύμα του. Ρεύματα όπως εκείνα των λεγόμενων «Αδελφών Μουσουλμάνων» και Χαριτζητών, που συγχέουν την πίστη με την κομματική ιδεολογία και τον ακτιβισμό με τη θεολογία, αποτελούν εξαιρέσεις και όχι τον κανόνα. Ο Μουσουλμάνος οφείλει να λατρεύει τον Αλλάχ και ταυτόχρονα να διατηρεί την κοινωνική του συνέπεια, χωρίς να εισάγει στη θρησκεία μορφές κομματικής ή επαναστατικής εργαλειοποίησης. Αυτά τα στοιχεία, όσο περιθωριακά και αν είναι, πρέπει να αποβληθούν, ώστε το πρόσωπο του Ισλάμ να παραμείνει πιστό στη φυσική του καθαρότητα και προφητική συνέχεια.
Ταυτόχρονα, η ακροδεξιά και κάθε φορέας ιδεολογικής προκατάληψης δεν έχει κανένα δικαίωμα ούτε λογικό επιχείρημα να στιγματίζει τις Ισλαμικές κοινότητες και μειονότητες, αποδίδοντάς τους τα χαρακτηριστικά περιθωριακών εξτρεμιστών. Οι ίδιες αυτές εξτρεμιστικές ομάδες, τις οποίες επικαλούνται ως φόβητρο, έχουν πρώτα και κυρίως βλάψει τους ίδιους τους Μουσουλμάνους, πολλές φορές σε ασύγκριτα μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι τους μη Μουσουλμάνους. Αν επιμείνουν να γενικεύουν, τότε εύλογα τους υπενθυμίζουμε πόσο άβολο και άδικο είναι να χαρακτηρίζονται όλοι οι υγιώς σκεπτόμενοι συντηρητικοί ως «Ναζί» ή «φασίστες», λόγω των πράξεων μεμονωμένων ακραίων. Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει για όλους. Τρομοκρατικά και εξτρεμιστικά στοιχεία υπάρχουν σε κάθε θρήσκευμα και κάθε ιδεολογία. Κι αν καθίσουμε να τα εξετάσουμε αντικειμενικά, οι Μουσουλμάνοι βρίσκονται τελευταίοι στη λίστα όσον αφορά τη ριζοσπαστικοποίηση, σε σύγκριση με άλλες θρησκευτικές ή ιδεολογικές ομάδες.
Οι Μουσουλμάνοι της εποχής μας δεν είναι υπονομευτές κανενός συντάγματος, όπως ακριβώς δεν ήταν ούτε οι Προφήτες και οι Απόστολοι του Θεού (παρόλο που κατηγορήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο), αλλά συνεχιστές ενός προφητικού μονοπατιού. Όπως οι Προφήτες πριν από αυτούς, στέκονται με συνέπεια και ειρήνη, καλώντας τον κόσμο όχι σε ανατροπή, αλλά σε επιστροφή. Επιστροφή στον Δημιουργό, στην αλήθεια, στη φυσική ισορροπία της φίτρα (φυσική κατάσταση πίστεως με Μονοθεισμό, με την οποία γεννιέται κάθε άνθρωπος).